.

.

Επιστρέφω στην πόλη δική μου, σ’ αυτή
Με πρησμένους αδένες παιδιού ασθενή.

Επιστρέφεις εδώ, καταπίνεις λοιπόν
Τ’ ιχθυέλαιο των ποταμίσιων λαμπών.

Δες το φως του Δεκέμβρη το γνώριμο που
Ξεχειλίζει με πίσσα και κρόκο αυγού.
.
Ω, Πετρούπολη! Δεν θα πεθάνω εδώ!
Έχεις του τηλεφώνου μου τον αριθμό.

Ω, Πετρούπολη! Ξέρω διευθύνσεις σπιτιών
Όπου θα μ’ ανταμώσουν φωνές των νεκρών.

Μένω έξω στη σκάλα και κάθε φορά
Ο ήχος του κουδουνιού στο ριζάφτι βαρά,

Κι επισκέπτες φοβούμενος, μες στις νυχτιές
Σα χαλκάδες κουνώ τις βαριές κλειδαριές.