.

.

Ότι τρίζει μες στο τζάκι,
Ότι λέει η ανημποριά*,
Είναι άλικο μετάξι
Πεταμένο στη φωτιά.

Αν τον πάτο της ζωής μου
Ροκανίζουν ποντικοί,
Είναι η κόρη χελιδόνι
Κι έχει η βάρκα μου λυθεί.

Είν’ το μαύρο το μετάξι
Ότι ψάλλει η βροχή,
Μα ο προύνος της θαλάσσης
Την ακούει και συγχωρεί.

Είν’ ο Χάροντας αθώος,
Και να σώσω δεν μπορώ
Της καρδιάς μου το αηδόνι
Που ’ν’ ακόμα φλογερό.

.

.

 


*Το ποίημα αυτό είναι γραμμένο το 1918 και αφιερωμένο στην Άννα Αχμάτωβα. Σύμφωνα με την ίδια, “Είχαμε ανάψει μαζί την ξυλόσομπα. Εγώ είχα πυρετό και μετρούσα τη θερμοκρασία μου”.   Ο Μαντελστάμ είχε αναφέρει και αλλού ότι η φωτιά του θύμιζε κόκκινο μετάξι.