.

.

Βαλκανική λεύκη

Μια λεύκη στα Βαλκάνια. Από χαρτί
η Ανατολή.
Μια εκκλησιά που έγινε τζαμί
κι ανατινάχθηκε, και έφτιαξαν εκεί
αναρρωτήριο και φούρνο. — Εποχή
να ψήνουμε ψωμί στρατιωτικό
από καλαμποκόφλουδο. Θα πω,
ευρείες έχουμε σ’ αυτό προοπτικές
Δεν είν’, εξάλλου, τόσο άσχετος εδώ
ο Αμερικάνος γράφοντας στροφές
για τον Τροχό της Μοίρας, σουφικές.

Θα τη ρωτήσεις — τίνος είν’ η γη
ετούτη; Με τ’ αμπέλια τα χλωρά;
Με τα ψωμιά πικρά και αλμυρά; —
Και σ’ απαντάει, κουνώντας ελαφρά
τους ώμους που τον Βόσπορο στηρίζουν:
Είν΄ ο σεισμός, εξώγαμο παιδί
Σφαγής και Έχθρας, έριδας ανθρώπων
περί Θεού και γης. Παιδάκι χαρακιά,
λατρεύει την αντάρα των εθνών
και τα μικρά ματάκια του γυαλίζουν
μπροστά στο γκρέμισμα στρατώνων και στηλών

και σαν τον μιναρέ η λεύκη γέρνει
πάνω απ΄ την άβυσσο αγδίκιωτων καιρών

.

Εμείς όμως μείναμε

έλεγες να παν’ να χαθούν
ε και τώρα;
εκείνοι χαθήκανε
εμείς όμως μείναμε όλοι εδώ
τελώνες βλακόμουτρα
σωσμένα ελέω Θεού αποβράσματα
αποβράσματα μα πόσο Αυτός μας λυπάται
η ίδια η σκέψη σε κάνει και ντρέπεσαι

.

Ο ορεσίβιος

ατιμώρητα δεν θα διασχίσει κανένας τα σύννεφα
των βαλκανίων — είναι λίγη ακόμα
και για δυο ανθρώπους η γη και ακόμα πιο λίγη
για έναν, σα μια στάλα στον ωκεανό
ειν’ όλος ο κόσμος αυτός με τα νέφη του με τα σκυλιά του
τα αδέσποτα μες στα χωριά
απ’ όπου οι άνθρωποι φύγανε δίχως
να στείλουνε κάποιον για να πάρει τη θέση τους

.

Υπεράνθρωποι στη βρεφική ηλικία

αγαπάς τα μωρά εαυτάκια;
αχ μ’ αρέσουν που κάνουν νανάκια
και φαντάζουν ελάχιστοι πια
από πάνω μου σκύβουν μικράκια
ύμπερμενς με ανάσα γλυκιά
είναι ίδια τα νηπιαγωγεία
μα τα νήπια θεριά μεγαλεία
μες στο βλέμμα σου δεν τα χωράς
παίζουν άτσαλα παίζουν γελοία
και μικρούς παριστάνουν εμάς

.

.