.

.

Πιστός των μελισσών της Περσεφόνης,
Σου δίνω απ’ τα χέρια μου απλωμένα
Μια στάλα ήλιο και μια στάλα μέλι.

Είν’ άλυτο το άδετο καράβι,
Κι ανάκουστο το βάδισμα των ίσκιων,
Κι ανίκητος ο φόβος στη ζωή μας.

Και τα φιλιά μας απομένουν μόνον,
Αυτά τα χνουδωτά μικρά μελίσσια
Που θα πεθάνουν έξω απ’ την κυψέλη.

Στα δάση του Ταϋγέτου γεννημένα,
Θροϊζουν μες στα διάφανα της νύχτας
Και τρέφονται με μέντα και με χρόνο.

Πάρε λοιπόν αυτό το άγριο δώρο,
Τις μέλισσες νεκρές, αυτές τις ίδιες
Που μέλι μεταμόρφωσαν σε ήλιο.