.

.

Η ζωή στην άγονη μακάβρια Βενετία
Έγινε για μένα φωτεινή.
Να τη, μ’ ένα κρύο γέλιο ατενίζει
Το γλαυκό σαράβαλο γυαλί.

Λεπτός αιθέρας δέρματος, γαλανές οι φλέβες,
Άσπρο χιόνι, πράσινος ταφτάς.
Σε κυπαρισσένια φορεία ξαπλωμένους,
Ξεντύνει τους νεκρούς ο Χάροντας.

Μοιάζουν τα κεριά μες στα καλάθια
Περιστέρια μες στην κιβωτό.
Σε δρόμους και σε θέατρα ο άνθρωπος εξάφνου
Συναντά τον θάνατο.

Γιατί δεν έχει φάρμακο για έρωτα και φόβο,
Βαρύτερη πλατίνας είν’ του Κρόνου η άλω,
Μελανό βελούδο σκεπάζει την αγχόνη
Και τ’ ωραίο είδωλο.

Τι βαριά στολίσματα που ‘χεις, Βενετία.
Στους καθρέφτες σου αντιλαλεί
Ο αέρας σου κρυστάλλινος. Λιώνει στα σαλόνια
Το γλαυκό σαράβαλο γυαλί.

Μόνο οι παλάμες ένα ρόδο σφίγγουν —
Θάλασσα χλωρή, συγχώρα τες!
Πες μου Βενετσιάνα, πως μπορώ να φύγω
Από του θανάτου τις γιορτές;

Μαύρος στον καθρέφτη φέγγει ο Αποσπερίτης,
Η αλήθεια είναι ζοφερή.
Ο άνθρωπος γεννιέται, σβήνει ο μαργαρίτης,
Κι η Σουζάνα* γέρους καρτερεί.


.

*Παραπομπή στον πίνακα του Βερονέζε “Η Σουζάνα και οι γέροι”