.

(Πινδαρικό απόσπασμα)

.

Κοιτάμε το δάσος και λέμε
– Να το καραβόξυλο, άλμπουρα
Τα ρόδινα πεύκα,
Ως τις κορφές ελεύθερα από το χνουδωτό φορτίο,
Τους αρμόζει να τρίζουν στη θύελλα,
Μοναχικά ρόμπολα
Στον εξοργισμένο άφυτο αέρα.
Κάτω από τη φτέρνα την αλμυρή του ανέμου
Θα αντέξει ο ιστός στερεωμένος στο κατάστρωμα που χορεύει,
Και ο ναύτης
Στην αχαλίνωτη δίψα του για το χώρο,
Σέρνοντας πάνω στις υγρές λακκούβες
Την εύθραυστη συσκευή του γεωμέτρη,
Θα συγκρίνει με την έλξη της γης
Την τραχιά επιφάνεια των θαλασσών.

Εισπνέοντας όμως τη μυρωδιά
Από δάκρυα ρητίνης που ξεπρόβαλαν στου καραβιού το κέλυφος,
Θαυμάζοντας τις σανίδες,
Καρφωμένες, συναρμοσμένες σε φρακτές,
Όχι από τον ειρηνόφιλο μαραγκό της Βηθλεέμ, από άλλον,
Πατέρα των ταξιδιών, φίλο του ναυτικού, –
Λέμε:
— Κι αυτά στέκονταν πάνω στη γη,
Την άβολη σαν του γαϊδουριού τη ράχη,
Με τις κορφές τους ξεχνώντας τις ρίζες τους,
Πάνω στην περίφημη οροσειρά,
Και βούιζαν μέσα στα γλυκόνερα της βροχής,
Μάταια εκλιπαρώντας τον ουρανό να ανταλλάξει με μια χούφτα αλάτι
Το ευγενικό τους φορτίο.

Από που ν’ αρχίσω;
Όλα τρίζουν και πάλλονται.
Ο αέρας τρεμοπαίζει από συγκρίσεις,
Καμιά λέξη δεν είναι καλύτερη μιας άλλης,
Η γη ηχεί από μεταφορές
Και τα ελαφριά μόνιππα
Με φανταχτερές οπλές κοπαδιών πουλιών, πυκνών από το ζόρι,
Σκίζονται σε κομμάτια
Παραβγαίνοντας με των ιπποδρομιών τα φαβορί που χρεμετίζουν.

Τρισμακάριος είναι εκείνος που εισάγει στο άσμα εν’ όνομα.
Η ωδή που έχει στολιστεί με όνομα
Ζει περισσότερο απ’ τις άλλες –
Ανάμεσα στις φιλενάδες της ξεχωρίζει από μια κορδέλα στο μέτωπο,
Εκείνη που θεραπεύει απ’ τη λησμονιά, από πολύ δυνατές μεθυστικές μυρωδιές,
Όπως η παρουσία αρσενικού
Η μυρωδιά τριχώματος ενός δυνατού θηριού,
Ή απλά η μυρωδιά θυμαριού τριμμένου ανάμεσα στις παλάμες.

Ο αέρας πότε πότε γίνεται σκοτεινός σαν νερό και καθετί ζωντανό κολυμπάει μέσα του σαν ψάρι,
Με τα πτερύγια σπρώχνοντας τη σφαίρα,
Την πυκνή, σφιχτή, ελαφρώς ζεσταμένη, —
Το κρύσταλλο όπου κινούνται οι τροχοί και τινάζονται τ’ άλογα,
Το υγρό μαυρόχωμα της Νέαιρας που κάθε νύχτα οργώνεται εξαρχής
Με πιρούνες, τρίαινες, τσαπιά, άροτρα.
Ο αέρας είναι τόσο πηχτά ζυμωμένος όσο κι η γη,
Είναι αδύνατον να βγεις απ’ αυτόν, είναι δύσκολο να μπεις μέσα.

Ένα θρόισμα τρέχει στα δέντρα πράσινο κλωτσοκούφι.
Τα παιδιά παίζουν αστραγάλους με σπονδύλους πεθαμένων ζώων.
Η εύθραυστη χρονολογία του αιώνα μας κοντεύει να τελειώσει.
Ευχαριστώ για όσα υπήρχαν –
Εγώ ήμουν εκείνος που έκανε λάθος, μπερδεύτηκε, έχασε την αρίθμηση.
Ο αιώνας κουδούνιζε σαν χρυσαφένια σφαίρα,
Γεμάτος, χυτός, χωρίς να τον στηρίζει κανένας,
Σε κάθε άγγιγμα απαντούσε «ναι» ή «όχι».
Έτσι ένα παιδί απαντάει –
«Θα σου δώσω μήλο» ή «Δεν θα σου δώσω μήλο».
Και το είδωλό του είναι ακριβές αποτύπωμα της φωνής
Пου προφέρει αυτά τα λόγια.

Ο ήχος κουδουνίζει ακόμη, κι ας η αιτία του ήχου έχει χαθεί.
Ο ίππος χλιμιντρίζει ιδρωμένος, ξαπλωμένος στη σκόνη,
Αλλά η απότομη στροφή του λαιμού του
Θυμάται ακόμη τον καλπασμό με ανασηκωμένα τα πόδια,
Οταν δεν ήταν τέσσερα
Αλλά τόσα όσες πέτρες είχε ο δρόμος
Που ανανεωνότανε σε τέσσερις βάρδιες,
Όσες φορές έχει ακουμπήσει το έδαφος
Το φλογερό αραβάνι.

Έτσι
Εκείνος που βρήκε ένα πέταλο
Το ξεσκονίζει
Και το τρίβει με μαλλί μέχρι να γίνει αστραφτερό.
Τότε
Το κρεμάει στο κατώφλι,
Για να ξεκουραστεί,
Και δεν θα του ξανατύχει να βγάλει σπίθες από πυρόλιθο.

Τα ανθρώπινα χείλη
Όταν δεν έχουν τίποτ’ άλλο να πουν,
Κρατάνε το σχήμα της τελευταίας ειπωμένης λέξης,
Και στο χέρι παραμένει το αίσθημα του βάρους,
Κι ας η μισή κανάτα
Χύθηκε
Πριν προλάβεις να φθάσεις στο σπίτι.

Ότι λέω τώρα δεν το λέω εγώ.
Είναι βγαλμένο απ’ το χώμα σαν απολιθωμένο σιτάρι.
Κάποιοι
Απεικονίζουν στα νομίσματά τους ένα λιοντάρι,
Κάποιοι άλλοι –
Ένα κεφάλι.
Πολύμορφες χάλκινες, χρυσές και μπρούτζινες πίτες
Με την ίδια τιμή κείτονται μέσα στο χώμα.
Ο αιώνας προσπαθώντας να τις φάει, αποτύπωσε επάνω τους τα δόντια του.
Ο χρόνος με κόβει σαν να είμαι εγώ ένα νόμισμα.
Και ο εαυτός μου δεν μου φτάνει πια.