.

.

Δεν έγινα ακόμη πατριάρχης,
Με την ημισεβάσμια ηλικία
Που κουβαλάω, και συχνά πυκνά
Την αφεντιά μου βρίζουν υπογείως
Στη γλώσσα του καπηλικού καβγά:
Αυτός, αυτός! – Σαφώς, τους ησυχάζω,
Μα μέσα μου καθόλου δεν αλλάζω.

Σαν δεις τι σε συνδέει με τον κόσμο,
Δεν το πιστεύεις – Θε μου, τι χαζά!
Μιας ξένης πόρτας χτύπος μεσονύχτιος,
Μια χάλκινη δεκάρα μες στην τσέπη,
Και νάιλον έργου αστυνομικού…

Πετάγομαι απάνω σαν κουτάβι
Με κάθε υστερία τηλεφώνου
Γεμάτη με Πολωνικά «dziękuję»,
Με υπεραστικές κατηγορίες
Ή κάποιες ξεχασμένες υποσχέσεις.

Όλο αμφιβάλλεις, ψάχνεις απασχόληση
Χαζεύοντας βεγγαλικές φωτιές,
Μετά σου φεύγει, μένουν απαράλλαχτες
Η ανεργία και η αναστάτωση,
Ορίστε, κάτσε, κάπνισε μ’ αυτές!

Κρυφογελώ, κορδώνω το κορμί μου
Και βγαίνω με τ’ ασπρόχειρο μπαστούνι,
Ακούω σονατίνες στα σοκάκια
Και γλείφομαι κοιτώντας τις βιτρίνες,
Και στις αυλές βιβλία ξεφυλλίζω,
Χωρίς να ζω, και όμως κάπως ζω.

Θα πάω στα σπουργίτια, στους ρεπόρτερ,
Θα πάω στους πλανόδιους φωτογράφους
Και σαν την άμμο απ’ το κουβαδάκι
Θα πάρω τη στιγμιαία μου εικόνα
Με φόντο του Σεΐχη το βουνό.

Ή παίρνω φόρα, μπαίνω μες στην άχνα,
Στον πνιγηρό αέρα των υπόγειων,
Εκεί που οι αψεύτιστοι Κινέζοι
Αρπάζουν φαγητό με τα ξυλάκια
Και παίζουν τα μακρόστενα χαρτιά τους
Σα χελιδόνια πίνοντας πιοτό.

Μ’ αρέσουν τα τραμβάι που τιτιβίζουν,
Μ’ αρέσει της ασφάλτου το χαβιάρι
Με ψάθινα κουρέλια σκεπασμένο,
Θυμίζοντάς μου καλαθάκια Asti,
Και σίδερα – φτερά στρουθοκαμήλου –
Στα εργοτάξια νέων συνοικιών.

Εισβάλλω μες στις φάτνες των μουσείων
Στους γουρλωμένους καρκαρντζάρους Ρέμπραντ
Που λάμπουν σαν της Κόρδοβα το δέρμα,
Τις μίτρες του Τιτσιάνο καμαρώνω,
Τις κερασφόρες, και τον Τιντορέτο –
Σα χίλιους κραυγαλέους παπαγάλους.

Και πόσο θέλω να αναγαλλιάσω,
Να πω αλήθειες, τον καημό να στείλω
Στα φίδια, στα τριβόλια, στα τσακίδια,
Και να – να πιάσω κάποιον απ΄ το χέρι
Και να του πω: – Συνοδοιπόρε μου.