.

.

Οι σταμνάδες σου ήταν μεγάλοι,
Γη της Κρήτης! Κι ας μπήκαν βαθιά
Μες στο χώμα, το έργο τους πάλλει
Σαν δελφίνι στην ακρογιαλιά.

Είν’ η θάλασσα που ’ρχεται όταν
Τα αγγεία αγγίζει το φως,
Και συντρίμμια νερών και ερώτων
Έχει γίνει ο κρύος πηλός.

Δωσ’ μου πίσω αυτό που μ’ ανήκει,
Κυανό μου νησί φτερωτό,
Με τα θεία λεπτόρρευστα στήθη
Θρέψε πάλι τ’ αρχαίο ρυτό.

Είν’ αυτή η θαλασσόχρωμη θέα,
Αρχαιότερη του Οδυσσέα,
Των καιρών που ποτό και ψωμί
Δεν χωρούσαν τα «μου» και τα «μη».

Θ’ αναρρώσετε, θα φωτιστείτε,
Γη βοώπι, γλαυκέ ουρανέ
Με ιπτάμενα ψάρια της τύχης
Και νερό που αρχινά με το «ναι».

.

.


Το ποίημα αυτό του Μαντελστάμ διασώθηκε χάρη στην καλή μνήμη της συζύγου του, καθώς το μοναδικό χερόγραφο είχε χαθεί. Ανήκει στο μικρό κύκλο ποιημάτων αφιερωμένων στην αρχαία Ελλάδα και, ειδικότερα, στην αρχαία Ελληνική αγγειοπλαστική. Η ημερομηνία της συγγραφής του έργου, 21 Μαρτίου του 1937, δεν είναι εξακριβωμένη.